Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

ΗΜΟΥΝΑ ΠΑΡΕΑ... ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ
Θα 'έρθει καιρός, πού θα δεις τα σκυλιά δεμένα με τα λουκάνικα. Ηθική δε θα υπάρχει! Αγάπη δε θα υπάρχει! Εμπιστοσύνη πουθενά δε θα υπάρχει! Ό κόσμος θα πέσει σε μεγάλη ανηθικότητα, χωρίςόρια, ούτε συγγενικά.-Και ποιος θα κρατάει Ορθοδοξία μπάρμπα-Χαραλάμπη;-Βλέπεις αυτό το βουνό και δίπλα το άλλο; Θα μείνει μια γιδούλα στο ένα και μια στο άλλο και θαχτυπάει το κουδουνάκι της τσίν, τσίν, τσίν. Τόσοι θα μείνουτε, πολύ λίγοι...Θαυμαστά γεγονότα διηγείται ή Ουρανία Κωνσταντοπούλου, 70 ετών, από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας,κάτοικος Καλαμάτας:Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από τότε πού
ήμουν κοριτσάκι του Δημοτικού σχολείου. Ερχόταν στοχωριό μου και άναβε όλα τα καντήλια των εκκλησιών. Είχε ξανθά, μακριά μαλλιά, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο με γιλέκο.Δίδασκε τους συγχωριανούς μου και θυμάμαι, πού τους έλεγε:-Γυρίστε με το Παλαιό, το Παλαιό είναι το Ορθόδοξο Εορτολόγιο.Αργότερα παντρεύτηκα και έφυγα από το χωριό μου. Στην Καλαμάτα, στο σπίτι πού έμενα, ερχότανπολύ συχνά και, επειδή είχα πολλά παιδιά και ήμουν πολύ φτώχεια, μου έφερνε χρήματα, τυριά,ψωμιά, λαχανικά, φρούτα και οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φανταστείτε σε τρόφιμα.Μια φορά ήρθε στο σπίτι μου, έφερε δύο φανάρια, καντηλήθρες και λάδι, τα έδωσε στον άντρα μουκαι του είπε:-Αντώνη, όταν πάς στο χωριό σου, στο Σελά, να πάς στο μοναστήρι του Άγιου Μηνά και να ανάψειςαυτά τα δύο φανάρια.Κάποιες φορές, μαζί με τον άντρα μου, έπαιρναν το γαϊδούρι, πήγαιναν στα περιβόλια, το φόρτωνανπορτοκάλια, λεμόνια, λαχανικά και τα πήγαιναν στον Προφήτη Ηλία στους φυματικούς. Έναμεσημέρι ήλθε στο σπίτι και μου είπε: -Ό άντρας σου που είναι; Μαγειρέψατε; -Μπάρμπα-Χαραλάμπη, δεν έχουμε τι να μαγειρέψουμε και ο άντρας μου λείπει. -Έχεις κατσαρόλα και κρεμμύδι;Φερτά εδώ. Του έδωσα την κατσαρόλα, έκοψε το κρεμμύδι, έριξε λάδι, καθάρισε ένα πολύ μικρόκουνουπιδάκι, έριξε αλάτι, ένα κατσαρολάκι νερό, το έβαλε στη φωτιά και μου είπε:-Ας' το να βράσει. Έβρασε το κουνουπίδι, γέμισε ή κατσαρόλα, φάγαμε τα έξη παιδιά μου, ο Χαραλάμπης, εγώ, και έμεινε και για τον άντρα μου. Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό, γιατί μου είχε κάνει από τότεμεγάλη εντύπωση. Και αναρωτιόμουνα το πώς μ' αυτό το μικρό κουνουπιδάκι γέμισε ή κατσαρόλα και φάγαμε τόσα άτομα. Ή δε νοστιμιά του ήταν απερίγραπτη.Είχα έξη κορίτσια, ήθελα αγόρι, στεναχωριόμουνα και έκανα προσευχή στην Παναγία να μου δώσει αγόρι. Έμεινα έγκυος και την προηγούμενη μέρα από τη γέννα πέρασε ο Χαραλάμπης από το σπίτι μου, αλλά, επειδή εγώ είχα πάει να φέρω νερό, δεν με βρήκε. Είδε τις μικρές κόρες μου και τους είπε:-Πείτε στη μάννα σας ότι, αυτό πού ζήτησε, θα της το δώσει ο Θεός σε λίγες ώρες.Πράγματι, την άλλη μέρα γέννησα το γιο μου τον Ευστάθιο. Μετά αναρωτιόμαστε με τον άντρα μου
http://htmlimg2.scribdassets.com/45rth9dhhca8zum/images/12-fa9af8e587.jpg

πώς ο Χαραλάμπης ήξερε την ήμερα πού θα γένναγα και ότι το παιδί θα ήταν αγόρι!Κάποια φορά κάναμε αγρυπνία στο μοναστήρι Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Έκανε πολύ κρύο και χιόνιζε. Ό Χαραλάμπης κάποια στιγμή έφυγε από την αγρυπνία και βγήκε έξω. Όταν τελείωσε ήαγρυπνία και βγήκαμε από την εκκλησία, τον είδαμε ξαπλωμένο κατά γης· κοιμόταν πολύ βαθιά και επάνω του ήταν ένα παχύ στρώμα από χιόνι. Όλοι οι Χριστιανοί τον λυπηθήκαμε και τον ξυπνήσαμε-αυτός, θυμάμαι, μας είπε το έξης θαυμαστό:-Αχ... τι μου κάνατε... Ήμουνα παρέα με τους αγγέλους!Πήγαν κάποιοι στην ηγουμένη Καλλίνικη και της είπαν ότι ο Χαραλάμπης δεν είναι καλός άνθρωπος,γιατί δέχεται και του ρίχνουν νερό τα κορίτσια και λούζεται και γιατί χορεύει στα πανηγύρια. Ότανπήγε ο Χαραλάμπης στο μοναστήρι, ή ηγουμένη τον μάλωσε και του είπε να μην ξαναπατήσει στομοναστήρι. Ό Χαραλάμπης, αφού την άκουσε με προσοχή, μετά από λίγο της είπε:-Κάνω τον Ανδρέα το σάλο. Μου χρειάζεται ταπείνωση, γι' αυτό κάθομαι να με χλευάζουν. τι θέλεις; Να φορέσω κουστούμι και γραβάτα και να κάνω τον κύριο; Ή ηγουμένη Καλλίνικη, όταν άκουσε αυτά, του ζήτησε συγχώρεση και του έβαλε μετάνοια. Στηνκορυφή του Ταΰγετου είναι ένα εκκλησάκι Προφήτης Ηλίας· θυμάμαι κάποτε μου είχε πει:-Με πήρε σύννεφο, με πήγε στο εκκλησάκι και άναψα τα καντήλια, ούτε κατάλαβα πώς πήγα... Τηνεποχή της κατοχής πήγαινε προς τον Αλμυρό και στο χέρι του κρατούσε το φαναράκι του. Οι Γερμανοί, όταν τον είδαν του φώναξαν «"Αλτ... "Αλτ... "Αλτ...», αλλά αυτός συνέχιζε το βάδισμα·του έριξαν πολλές σφαίρες και θυμάμαι μου είπε:-Γέμισε το σακάκι μου, αλλά δεν με πήρε καμία... Οι Γερμανοί τον πλησίασαν, τον σταμάτησαν και τον κοίταξαν, ο Χαραλάμπης τους είπε:-Να πιστεύοντε στο Χριστό. Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν, γαρ... γαρ... γαρ.Και συνέχισε το δρόμο του. Οι Γερμανοί έμειναν ακίνητοι και τον κοίταζαν με απορία και θαυμασμό.Κάποια φορά, πού ήταν άρρωστος, τον φιλοξενούσα στο σπίτι μου. Έτρωγε πολύ λίγο, νήστευε πολύ,ακόμη και το νερό. Δε δεχόταν να κοιμηθεί σε κρεβάτι, διπλωνόταν με ένα σακί, έβγαινε έξω από τοσπίτι και κοιμόταν στην αυλή. Κάποιες φορές με κοίταζε και μου έλεγε: - Ήμουν στη Μακεδονία και δεν ξέρω με ποιο τρόπο, ούτε με λεωφορείο, ούτε με ζώο, ούτε με τα πό-δια, βρέθηκα στην Ομόνοια στην Αθήνα. Όλοι οι θεοφοβούμενοι άνθρωποι τον σεβόντουσαν και τον αγαπούσαν λίγοι ασεβείς τον κορόιδευανκαι τον έλεγαν Ζουρλοχαραλάμπη, κολλητσιδιάρη. Ό Χαραλάμπης απ` οπού και αν περνούσε κήρυττετην Ορθοδοξία και έλεγε δυνατά:-Σήμερα είναι ή τάδε γιορτή με το Παλαιό, μετανοείτε, γυρίστε στην Ορθοδοξία. Κάποια εποχή είχαπάει με την οικογένεια μου στην Αθήνα και εκεί δούλευα. Όταν ήρθα για κάποιο λόγο στηνΚαλαμάτα, έμαθα ότι ο Χαραλάμπης είναι πολύ άρρωστος στο σπίτι του Ηλιόπουλου. Ξεκίνησα και πήγα να τον δω. Μόλις με είδε χάρηκε και μου είπε:-Σήμερα σε περίμενα, ήξερα ότι θα έρθεις. Για μένα ο Χαραλάμπης ήταν ο σωτήρας μου, αυτός μουανάστησε τα παιδιά μου με τα τρόφιμα πού μου έφερνε. Ήταν άγιος άνθρωπος, κήρυκας της
http://htmlimg1.scribdassets.com/45rth9dhhca8zum/images/13-d01a26eb5d.jpg

Ορθοδοξίας και πολύ ελεήμων, αιωνία του ή μνήμη!
ΠΟΙΟΙ ΚΟΛΑΖΟΝΤΑΙ ;
Πληθωρική ή διήγηση του Ιωάννη Ανδριόπουλου, γεμάτη θαυμαστά και παράδοξα:Κατάγομαι από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας και κατοικώ στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας.Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από παιδάκι, γιατί ερχόταν στο χωριό μου και άναβε τα καντήλια σταεξωκλήσια. Στα χωριά πού περνούσε, σε γνωστούς και σε αγνώστους έλεγε:-Γυρίστε με το Παλαιό. Σήμερα είναι αυτή ή γιορτή με το Παλαιό. Το Παλαιό Εορτολόγιο είναι τοσωστό και αυτό να ακολουθήσετε.Εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και στον Άγιο Ισίδωρο.Θυμάμαι κάποια φορά, πού ήμουν στο καφενείο του Ανδρόνικου Καραμπάγια, ήρθε εκεί και οΧαραλάμπης. Τον φώναξα στο τραπέζι μου, τον κέρασα και του είπα: -Παπουλάκη, λέω να πάω αύριοστον Άγιο Γεώργιο στους Χρόνους.-Να πάς, αλλά να μην αφήσεις φράγκο στην εκκλησία, γιατί τα παίρνει αυτός ο μπεκρής και μαςξεφτιλίζει.-Παπουλάκη, δεν μπορώ να πάω και να μην αφήσω κάτι στην εκκλησία.-Εκείνο πού σου λέω εγώ να κάνεις, γιατί θα διατάξω και θα σε κόψει το τραίνο, αλλά δεν θέλω να σεκόψει, να σε σούρει όμως να γελάσει ο κόσμος. Έφυγα από το καφενείο, πήγα σε μια εξαδέλφη μουστο Νέο Κόσμο και μετά πήγα στη στάση, για να πάρω το τραίνο να πάω στο σπίτι μου. Εκεί πούπερίμενα, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα κοντά στις ράγες. Πέρασε το τραίνο με έσουρε, μου έσκισετο παντελόνι και, όπως είπε ο Χαραλάμπης, γέλασε ο κόσμος! Πριν πάει στο σπίτι του Ηλιόπουλου,έμενε στην καλύβα των Καραχαλαίων στο Ασπρόχωμα. Τα βράδια πήγαινα συχνά, άναβα τη φωτιάκαι του έκανα παρέα. Κάποια ήμερα πήγα γύρω στα μεσάνυχτα, τον είδα να κοιτάζει προς τα επάνω,δεν ανέπνεε όμως καθόλου, ήταν σαν νεκρός. Επειδή πίστευα και πιστεύω ότι ο Χαραλάμπης δεν ήτανένας απλός άνθρωπος αλλά ένας μεγάλος ασκητής της εποχής μας, κάθισα και περίμενα να δω το απο-τέλεσμα. Μετά από αρκετή ώρα άκουσα ένα «χράκ» από το στόμα του και αμέσως μου λέει: -τι  υπέροχα ήταν εκεί! -τι είδες παπουλάκη; του είπα. -Είδα χιλιάδες Αγγέλους, Αγίους, Αγίες και τηνΠαναγία μας να υμνούν το Χριστό. Ό Χριστός δεν βλέπεται, γιατί λάμπει· και ή Παναγία μας λάμπει,αλλά βλέπεται. Έλεγε και άλλα σε μια ξένη γλώσσα, πού εγώ δεν καταλάβαινα· τον ρώτησα τι σημαίνουν αυτά και μου είπε: -Είναι οι επτά λέξεις πού μου έδωσε ο Χριστός! Είπε τις λέξεις, αλλά ήταν ξενικές και δεντις συγκράτησα. Ένα βράδυ του άναψα τη φωτιά και κάθισα να του κάνω παρέα. Αποκοιμήθηκε όμως ο Χαραλάμπης,και μετά από λίγο τον άκουσα πού έλεγε:-Χρήν χρέν μη χρέν ναί χρέν.-Τις ει;-Αρχιστράτηγος!-τι ζητάς;
http://htmlimg4.scribdassets.com/45rth9dhhca8zum/images/14-ce7da93a6a.jpg
-Να ανοίξει ή κόλαση!-Δεν ανοίγει.-Ποιοι είναι αυτοί πού κολάζονται;-Μάγοι, μάγισσες και αυτοί πού δεν ελεούν.-Ποιόν να ελεήσουν;~Το ζητιάνο.-Ποιος είναι ο ζητιάνος; Πετάγομαι εγώ και του λέω:-Παπουλάκη, είναι ο Χριστός! Αμέσως ξύπνησε και μου λέει:-Λύθηκε το πρόβλημα.Αυτή ή συζήτηση πού είχε ο Χαραλάμπης στον ύπνο του και, κατ' οικονομία Θεού, πήρα μέρος κι'εγώ, πού ήμουν ξύπνιος, με συγκλόνισε και αναλύθηκα σε πολλά δάκρυα. Ένα άλλο βράδυ κοιμόμουνστο σπίτι μου. Γύρω στα μεσάνυχτα ξύπνησα και είχα μεγάλη ανησυχία. Ό λογισμός μου μου έλεγε ναπάω γρήγορα στο Χαραλάμπη. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην καλύβα του, τον βρίσκω πεσμένο από τοκρεβάτι και ταλαιπωρημένο. Προσπαθούσε πολλή ώρα ν' ανέβει στο κρεβάτι και δεν μπορούσε· τονσήκωσα, τον έβαλα να ξαπλώσει και θυμάμαι μου είπε:-Η Παναγία σε έφερε!Κάποια μέρα μου είπε:-Στείλε μου το παιδί σου τον Αντώνη, να του δώσω να διαβάσει μια παράκληση για τον παππού του τοΣωτήρη, πού είναι άρρωστος στο νοσοκομείο. Έστειλα τον Αντώνη, το γιο μου, στο Χαραλάμπη, τουέδωσε την παράκληση και του είπε να πάει στον Άγιο Μόδεστο να τη διαβάσει. Εγώ πήγα στο σπίτι και, όταν επέστρεψα, ο Χαραλάμπης μου είπε:-Την ώρα πού διάβαζε το παιδί την παράκληση, έλαβα μήνυμα από τα Ουράνια ότι ο πάππους του θαγίνει καλά. Όπως το είπε, έτσι και έγινε. Ό παππούς βγήκε πολύ σύντομα από το νοσοκομείο και γιατρεύτηκε απότην αρρώστια πού τον ταλαιπωρούσε. Πολλές φορές του έλεγα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια,αρνιόταν όμως επίμονα και μου έλεγε:-Άλλη φορά. Ένα βράδυ, πού του ξαναζήτησα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια, αφού αρνήθηκε πρώτα, μουείπε:-Θα 'έρθει άλλος από την Αθήνα και θα μου τα πλύνει.Άλλη μέρα πού πήγα στην καλύβα του Χαραλάμπη, ήρθε ένας κύριος, του έκοψε τα νύχια και τουέπλυνε τα πόδια. Όταν τελείωσε, ζήτησε να κρατήσει τα νύχια του για ευλογία. Ό Χαραλάμπης γύρισεπρος εμένα και με ρώτησε:-τι λες, να του τα δώσουμε;-Παπουλάκη, του λέω, αφού σου έπλυνε τα πόδια, να τον τα δώσεις.Μετά έμαθα ότι αυτός ο κύριος ήταν καθηγητής από την Αθήνα, είχε μεγάλη αγάπη στο Χαραλάμπηκαι πίστευε ότι ο παπουλάκης ήταν άγιος άνθρωπος. Κάποια ήμερα με ρώτησε:-Αχ, θα γίνω άραγε καλά;Είχε φοβερούς πόνους στα πόδια του και το πρόβλημα αυτό δημιουργήθηκε από τις πολλές μετάνοιεςκαι οδοιπορίες πού έκανε.-Παπουλάκη, του λέω, την Κυριακή θα φάμε στο σπίτι μου και μετά, ότι πει ο Θεός ας γίνει. ΤηνΚυριακή τον πήγα κρατώντας τον στο σπίτι μου και, αφού φάγαμε, τον άφησα κάτω από μια συκιά,για να πάω σε κάποια δουλίτσα μου. Όταν γύρισα μου φωνάζει:-Έλα εδώ, έλα εδώ γρήγορα. Πήγα αμέσως, για να δω τι με θέλει.-Κάθισε να σου πω· αυτή τη στιγμή μόλις έφυγε ή Παναγία· μου είπε να μην ξαναπάω στην καλύβαπού μένω, γιατί θα με σκοτώσουν με το τσεκούρι και θα ενοχοποιήσουν εσένα, πού μ' ανάβεις τηφωτιά. Πήγαινε να ειδοποιήσεις τον Ηλιόπουλο να με πάρει στο σπίτι του.Εγώ, για να μην πάθω ότι έπαθα με το τραίνο, πήγα τρέχοντας, ειδοποίησα τον Ηλιόπουλο και τονπήρε στο σπίτι του. Στο σπίτι του Ηλιόπουλου, πού έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του, πήγαινα συχνάκαι τον έβλεπα. Κάποια μέρα είχαν πάει πολλές γυναίκες να τον δουν, ο παπουλάκης όμως δενμιλούσε μαζί τους και αυτές, όταν με είδαν, μου παραπονέθηκαν. Ρώτησα τον παπουλάκη γιατί δενμιλάει στις γυναίκες, πού ήλθαν να τον δουν και μιλάει μόνο σε μένα. Με κοίταξε και μου είπε:-Εσύ έρχεσαι μαζί με την Παναγία. Άλλη φορά, πού είχα πάει να τον δω, μου είπε:-Ήρθε άγγελος και μου είπε: Έκανες μεγάλο αγώνα και σε ένα μήνα θα αναπαυθείς. Ό πεθερός μου Αθανάσιος Δημητρακόπουλος, κάποιο βράδυ φιλοξένησε τον παπουλάκη στο σπίτι 

του. Ό Χαραλάμπης του είχε πει να τον ξυπνήσει στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ό πεθερός μου έβαλεκαι το ρολόι, για να μην αποκοιμηθεί. Μόλις χτύπησε το ρολόι, σηκώθηκε για να πάει να ξυπνήσει τοΧαραλάμπη. Τον είδε όμως να φεύγει περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος. Αυτό τονσυγκλόνισε και το έλεγε παντού. Στην κηδεία του Χαραλάμπη ο πεθερός μου φώναζε:-Είναι Άγιος, Άγιος! Τον είδα να περπατάει πάνω από το έδαφος!Θυμάμαι μια βραδιά, είχε έρθει ο Χαραλάμπης στο πεθερού μου το σπίτι, για να πυρωθεί. Όκουνιάδος μου ο Γιάννης έριχνε στη φωτιά μπαρούτι με τις χούφτες. Οι φλόγες της φωτιάς ήταν πολύισχυρές, ο Χαραλάμπης καθόταν πολύ κοντά, ο κουνιάδος μου συνέχιζε να ρίχνει μπαρούτι, για ναγελάει με το Χαραλάμπη. Εγώ τον μάλωνα να σταματήσει, για να μην καούμε. Ό Χαραλάμπης γυρίζει και μου λέει:-Άφησε τους, να καούνε μια ώρα αρχύτερα.Άκουσα από άλλους ότι πέρασε από μια στάνη και δυο τσοπαναρέοι του έδωσαν σε πιάτο μυτζήθρα να φάει. Ό Χαραλάμπης, αφού έφαγε, ευλόγησε τα πρόβατα και οι δυο τσοπαναραίοι είδαν ότι απότότε τα πρόβατα είχαν πολύ γάλα. Είπαν στο Χαραλάμπη να περνάει τακτικά, για να του δίνουν γάλα,τυρί, μυτζήθρα και ότι άλλο ήθελε.Κάποια μέρα τον είδαν να περνάει έξω από τη στάνη περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος.Οι τσοπαναραίοι τον θαύμασαν και του φώναζαν να τους πλησιάσει, αλλά ο Χαραλάμπηςεξακολουθούσε να φεύγει χωρίς να πατάει στο έδαφος.Την εποχή της κατοχής οι Γερμανοί είχαν πολλούς κρατουμένους στο παλαιό Σύνταγμα και υπήρχεφήμη ότι πολύ σύντομα θα τους εκτελέσουν. Μια γυναίκα έκλαιγε για τον άντρα της, πού τον είχανκρατούμενο οι Γερμανοί. Πέρασε ο Χαραλάμπης από τη γειτονιά της και την είδε πού έκλαιγε, τηρώτησε το λόγο και εκείνη του είπε για τον άντρα της.-Μην κλαις, θα πάω να σου τον φέρω εγώ τον άντρα σου, της είπε. Πήγε στο Σύνταγμα, πέρασε τουςΓερμανούς σκοπούς χωρίς να τους φοβηθεί και χωρίς εκείνοι να τον εμποδίσουν. Βρήκε τουςκρατουμένους, πήρε αυτόν πού ήθελε και τον πήγε στο σπίτι του.Κάποια φορά είχα πάει στο πανηγύρι στο χωριό Χαραυγή. Στο σπίτι πού πήγα, ήρθε και οΧαραλάμπης. Σε κάποια στιγμή μπήκε στο χορό και χόρευε με τις κοπέλες. Τον πλησίασα και τουείπα:-Παπουλάκη, γιατί χορεύεις με τα κορίτσια; Λένε είναι σωστό αυτό πού κάνεις.-Κάνω τον Ανδρέα το σάλο, μου είπε και συνέχισε το χορό. Ένας οδηγός, πού είχε φορτηγό, μου είχε κει ότι πηγαίνοντας κάποτε με το αυτοκίνητο στηνΚαλαμάτα, συνάντησε στο δρόμο το Χαραλάμπη, στο χωριό Αρφαρά. Όταν έφτασε όμως στηνΚαλαμάτα, βρήκε το Χαραλάμπη πάνω στη γέφυρα του παλαιού ΚΤΕΛ. Ό οδηγός αναρωτιόταν πώς οΧαραλάμπης περπατώντας και χωρίς ν' ανέβει σε αυτοκίνητο ή μηχανάκι έφτασε στην Καλαμάταγρηγορότερα από αυτόν. Του οδηγού του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό και το συζητούσε στοκαφενείο του Ασπροχώματος.Άκουσα την εποχή της κατοχής, ότι ο Χαραλάμπης πήγαινε με το φαναράκι του ν' ανάψει τον ΆγιοΙωάννη στον Άντικάλαμο. Οι Γερμανοί είδαν το φως και άρχισαν να τον πυροβολούν με τα πολυβόλατους από τη Σπερχογεία. Καμιά όμως σφαίρα δεν τον πήρε. Βλέποντας οι Γερμανοί ότι το φως δενσβήνει, έτρεξαν να τον φτάσουν. Μόλις τον έφτασαν, άρχισε ο αξιωματικός τους να του δίνει κλωτσιές. Όταν σταμάτησε, ο Χαραλάμπης του είπε:-Δεν θα γυρίσει κανένας από σας στο σπίτι του στην Γερμανία! Ό ίδιος μου είπε ότι κάποια φορά είχε πάει σ' ένα μοναστήρι στη Μάνη. Το βράδυ ξάπλωσε νακοιμηθεί στην αυλή του μοναστηρίου. Όλη τη νύχτα οι δαίμονες δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι, τονχτυπούσαν και τον έπιαναν από το λαιμό να τον πνίξουν. Μου είπε ακόμη:-Ή λέξη τέρας δεν ταιριάζει ποτέ σε άνθρωπο· ούτε σε ζώο· ταιριάζει στο διάβολο, γιατί αυτός είναι τέρας.Ο Χαραλάμπης κοιμήθηκε τον Οκτώβριο του 1974. Ή κηδεία του έγινε στο μοναστήρι τουΠαναγουλάκη, και θυμάμαι είχε πάρα πολύ κόσμο.Ποτέ δε θα ξεχάσω την ασκητική μορφή και την αγιότητα αυτού του ανθρώπου. Παπουλάκη, αιωνίασου ή μνήμη!
ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑΣ
Πηνελόπη Λάσκαρη, από το Φλομοχώριο Λακωνίας, κάτοικος Καλαμάτας, αναφέρει χαρακτηριστικά:Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από το 1936, ήταν νέος τότε και πολύ ωραιότατος. Πάντοτε ξυπόλητοςκαι αχτένιστος, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο, αλλά στη μέση ήταν ζωσμένος ένα σακί. Στο


λαιμό του είχε ξύλινο Σταυρό και στο ένα του χέρι κρατούσε άλλο Σταυρό, με τον οποίο σταύρωνετον κόσμο. Εγώ από τότε πίστευα ότι αγιόφερνε, ενώ άλλοι τον έλεγαν τρελό, συγκεκριμένα τονέλεγαν Ζουρλοχαραλάμπη. Τον θυμάμαι στην Καλαμάτα, στο δρόμο πού ήταν το μεταξουργείο τουΧριστόπουλου, έβαζε κήρυγμα και είχε μαζευτεί κόσμος. Παντού και πάντοτε έλεγε λόγια χριστιανικάκαι προφητικά, ακολουθούσε το Παλαιό Εορτολόγιο, εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στοΠαναγουλάκη το μοναστήρι. Όταν πήγαινα για μπάνιο, τον έβλεπα να κηρύττει στους λουόμενους και μερικούς να τους ελέγχει. Γύριζε όλα τα εξωκλήσια και άναβε τα καντήλια.Μια φορά, πού είχα στο σπίτι μου τα μικρά παιδιά της αδελφής μου, πέρασε ο Χαραλάμπης και μουάφησε κάτι ρεταλάκια.-Πάρτα αυτά. Και έφυγε σαν σίφουνας. Εγώ τα φύλαξα μέσα στο μπαούλο μου. Μετά από δύο χρόνιαήλθε ο Χαραλάμπης και μου είπε:-Δώσ' μου εκείνα τα ρεταλάκια, θέλω να τα πάω κάπου.Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στο κουμπάρου μου του Ηλιόπουλου. Σχεδόν κάθεμεσημέρι του πήγαινα φρέσκο φαγητό και θυμάμαι μου έλεγε:-Οι αμαρτίες των ανθρώπων έχουν φτάσει μέχρι το λαιμό και μια μέρα Θα τους κουκουλώσουν και θακαταστραφούνε. Μια μέρα πήγα πολύ στεναχωρημένη και του είπα:-Πατερούλη είμαι πολύ στεναχωρημένη, γιατί δεν έχω καμιά είδηση για το παιδί της κουμπάρας μου,πού υπηρετεί στο Πεζικό. Λέω στους γονείς του, πού με παίρνουν τηλέφωνο από το εξωτερικό, ότι είναι καλά. Τι θα γίνει πατερούλη, λέω πολλά ψέματα και αυτό δεν μου αρέσει.-Μη στεναχωριέσαι, σήμερα θα λάβεις γράμμα του. Πήγα μετά στο σπίτι μου και βρήκα γράμμα απότο στρατιώτη. Πατερούλη, είπα μέσα μου, πώς το ήξερες ότι θα λάβω γράμμα;Επειδή δεν μπορούσα να πηγαίνω συνέχεια να τον καθαρίζω, συνεννοηθήκαμε μαζί με άλλες κυρίεςκαι δίναμε κάποιο χρηματικό ποσό σε μια κυρία Σταθούλα και τον περιποιόταν. Με έλεγε «μανούλαμου» και τον ρώτησα, -Γιατί με λες «μανούλα μου»; -Γιατί ή μάννα μου με εγκατέλειψε μικρό και το'χω παράπονο- δεν έπρεπε να με εγκαταλείψει ή μανούλα μου. Εσείς οι Μανιάτες κάποτε είσαστε οι καλύτεροι άνθρωποι, τώρα χαλάσατε, γίνατε οι χειρότεροι.Πολλά μου έλεγε, πού δεν τα θυμάμαι. Κάποια φορά, πού είμαστε πολλές γυναίκες στο δωμάτιο τουΧαραλάμπη, είπε στην κουμπάρα μου:-Πήγαινε ν` ανάψεις το καντήλι, γιατί έσβησε. Πήγε και το βρήκε σβηστό, ενώ ή ίδια προ ολίγου τοείχε ανάψει. Όλες οι κυρίες αναρωτιόμαστε πώς το είδε ο Χαραλάμπης ότι έσβησε.Μια μέρα κάποια κυρία προθυμοποιήθηκε να τον λούσει. Όταν όμως τον έλουζε του έκοψε λίγαμαλλιά και γένια. Το μεσημέρι πού πήγα, άρχισε να μου λέει:-Έλα μανούλα να σου πω τι έπαθα, με έλουσε και μου έκοψε τα μαλλιά και τα γένια, στεναχωρήθηκαπολύ και την καταράστηκα. Έμαθα αργότερα ότι ή κυρία αυτή, πριν πεθάνει υπέφερε από την κατάρα του.Δύο μέρες, επειδή είχα κάποιες δουλειές, δεν πήγα να τον ιδώ. Κάποια στιγμή μια γειτόνισσα μουφώναξε:-Πηνελόπη, ήρθε ο Χαραλάμπης.Βγαίνω στο μπαλκόνι και τον βλέπω να στέκει στον τοίχο.-Είσαι καλά; με ρώτησε. Δεν ήρθες και ανησύχησα. Θα έκανε ώρα να φτάσει στο σπίτι μου.Περπατούσε σαν το μικρό παιδάκι, βήμα-βήμα, ακουμπώντας τα χέρια του στους τοίχους, για να μηνπέσει... Όταν τον παραστέκαμε να πεθάνει, ερχόντουσαν από διαφόρους τόπους γυναίκες και έλεγανκλαίγοντας:-Χαραλάμπη, εσύ μας έθρεψες, εσύ μας έντυσες...εσύ μεγάλωσες τα παιδιά μας...Κάποια άλλη φορά μου είπε:-Θα γίνει πόλεμος μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, θα νικήσει ή Αμερική, αλλά δε θα βρεθούν χέρια νατη χειροκροτήσουν. Όταν πέθανε, τον στόλισαν σαν γαμπρό, τον κηδέψαμε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και θυμάμαι ήταν λαοθάλασσα ο κόσμος στην κηδεία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου